Η καταστροφή των αρχαίων μνημείων - Τι συνέβη πραγματικά πριν και μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού
Το επιχείρημα ότι η επικράτηση του Χριστιανισμού σήμανε την ολοκληρωτική ισοπέδωση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς είναι υπεραπλουστευτικό.
Οι καταστροφές των αγαλμάτων των ψευτοθεών υπήρξαν. Δεν εξηγούν όμως μόνες τους την απώλεια των αρχαίων μνημείων και ούτε αναιρούν οτιδήποτε διασώθηκε.
Η εξέταση της ιστορικής και αρχαιολογικής εικόνας αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο σύνθετο: έναν αρχαίο κόσμο που γνώριζε ήδη τον πόλεμο εναντίον πόλεων και ιερών, τη λεηλασία, την πυρπόληση, την επαναχρησιμοποίηση παλαιότερων κτισμάτων και τη φυσική καταστροφή· έναν χριστιανικό κόσμο που πράγματι κατέστρεψε ορισμένα είδωλα και ιερά· αλλά ταυτόχρονα έναν κόσμο στον οποίο πολλά αρχαία κτίρια μετατράπηκαν σε εκκλησίες, αρχαία έργα τέχνης διατηρήθηκαν και η αρχαία ελληνική παιδεία συνέχισε να επιβιώνει.
Η καταστροφή μνημείων δεν άρχισε με τον Χριστιανισμό
Η καταστροφή, η εγκατάλειψη και η αντικατάσταση παλαιότερων κτισμάτων δεν εμφανίστηκαν στον ελληνικό κόσμο τον 4ο αιώνα μ.Χ. Είναι φαινόμενα πολύ αρχαιότερα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Λέρνα της Αργολίδας. Η περίφημη Οικία των Κεράμων, που χρονολογείται περίπου στο 2300 π.Χ., καταστράφηκε από πυρκαγιά και τα κατάλοιπά της καλύφθηκαν αργότερα από τύμβο. Η αρχαιολογική εικόνα είναι σαφής ως προς την καταστροφή, όχι όμως ως προς τον δράστη ή το ακριβές αίτιο.
Αντίστοιχες διαδοχικές φάσεις κατασκευής, καταστροφής, εγκατάλειψης και επαναχρησιμοποίησης συναντούμε στην Τίρυνθα, στην Ολυμπία και σε πολλές άλλες θέσεις του προϊστορικού και αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Το ίδιο ισχύει και για τον μινωικό και τον μυκηναϊκό κόσμο. Μεγάλα κέντρα γνώρισαν πυρκαγιές και καταστροφές. Η Πύλος, για παράδειγμα, καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 1180 π.Χ., ενώ η ακριβής αιτία και ο δράστης της καταστροφής παραμένουν αβέβαιοι.
Στην Κνωσό και σε άλλα μινωικά κέντρα επίσης υπάρχουν καταστροφικές φάσεις, όμως η αρχαιολογία δεν επιτρέπει να αποδίδονται όλες αυτομάτως σε έναν συγκεκριμένο λαό ή σε μία συγκεκριμένη εισβολή.
Αυτό είναι σημαντικό: η αρχαιολογία μπορεί να αποκαλύψει ότι ένα κέντρο καταστράφηκε, χωρίς να μπορεί πάντοτε να προσδιορίσει ποιος το κατέστρεψε.
Ακόμη και η ελληνική μυθολογική παράδοση είναι γεμάτη από αφηγήσεις καταστροφής πόλεων και ιερών. Η κάθοδος των Ηρακλειδών, η εκστρατεία των Επτά επί Θήβας και ο Τρωικός Πόλεμος ανήκουν βέβαια στη μυθολογική και επική παράδοση και δεν αποτελούν από μόνα τους ιστορική τεκμηρίωση συγκεκριμένων γεγονότων. Δείχνουν όμως πόσο οικεία ήταν στον ελληνικό πολιτισμό η ιδέα της πολιορκίας, της λεηλασίας και της καταστροφής πόλεων και ιερών.
Η βία πάνω στον λίθο δεν εισάγεται στον ελληνικό κόσμο τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Οι αρχαίοι Έλληνες κατέστρεφαν και ιερά
Η εικόνα γίνεται σαφέστερη κατά την κλασική και την ελληνιστική περίοδο.
Η βεβήλωση ή η καταστροφή ιερών δεν ήταν αδιανόητη. Εμφανίζεται ως μέσο πολέμου, εκδίκησης, οικονομικής εκμετάλλευσης, ακόμη και προσωπικής υστεροφημίας.
Ο ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο, ένα από τα σημαντικότερα ιερά του αρχαίου κόσμου, πυρπολήθηκε το 356 π.Χ. από τον Ηρόστρατο. Η αρχαία παράδοση συνδέει την πράξη του με την επιθυμία να αποκτήσει αιώνια φήμη.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των ενδοελληνικών πολέμων.
Το 219 π.Χ., κατά τον Συμμαχικό Πόλεμο, ο Αιτωλός στρατηγός Δωρίμαχος επιτέθηκε στη Δωδώνη. Ο Πολύβιος περιγράφει την καταστροφή των στοών και των αναθημάτων και την κατεδάφιση του ιερού οικοδομήματος.
Την ίδια περίοδο ο Σκόπας συνδέεται με την επίθεση στο Δίον της Πιερίας. Ο Πολύβιος περιγράφει την καταστροφή της πόλης και του ιερού του Δία Ολυμπίου.
Το 218 π.Χ. ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας απάντησε με αντίποινα και λεηλάτησε το ιερό του Θέρμου, το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο των Αιτωλών.
Εδώ έχουμε συγκεκριμένη αρχαία ιστορική μαρτυρία για Έλληνες που κατέστρεφαν ελληνικά ιερά για πολιτικούς και στρατιωτικούς λόγους.
Η περίπτωση των Δελφών είναι ακόμη χαρακτηριστικότερη.
Κατά τον Γ΄ Ιερό Πόλεμο, από το 356 έως το 346 π.Χ., οι Φωκείς κατέλαβαν το ιερό των Δελφών και χρησιμοποίησαν τους θησαυρούς του για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Πολύτιμα αφιερώματα και μέταλλα χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή μισθοφόρων και τις πολεμικές ανάγκες, ενώ πηγές της περιόδου περιγράφουν την εκποίηση του πολύτιμου υλικού του ιερού.
Η ύστερη αρχαιότητα, λοιπόν, δεν εισάγει τη βία πάνω στα μνημεία· εισάγει ένα νέο κίνητρο, θρησκευτικό και νομικό.
Τα σπόλια δεν είναι χριστιανική εφεύρεση
Το ότι οι χριστιανοί χρησιμοποίησαν υλικό από αρχαία κτίρια είναι ιστορικό γεγονός. Η πρακτική όμως της επαναχρησιμοποίησης αρχιτεκτονικών μελών είναι πολύ παλαιότερη.
Η χρήση έτοιμων λίθων, κιόνων, βάθρων, επιτύμβιων μνημείων και άλλων στοιχείων σε νέα κτίρια είναι σήμερα γνωστή ως spolia.
Μετά τους Περσικούς Πολέμους η Αθήνα έπρεπε να οχυρωθεί με μεγάλη ταχύτητα. Ο Θουκυδίδης περιγράφει την επείγουσα κατασκευή των τειχών και την αξιοποίηση διαθέσιμου υλικού, ενώ αναφέρεται ακόμη και σε επιτύμβιες στήλες. Η ανοικοδόμηση συνδέεται με την πολιτική του Θεμιστοκλή.
Η Αθήνα προσφέρει ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον 3ο αιώνα μ.Χ.
Μετά την επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ., οι Αθηναίοι κατασκεύασαν νέο υστερορρωμαϊκό, ή Μετα-Ερούλιο, τείχος γύρω από μικρότερο τμήμα της πόλης. Η παλαιότερη ονομασία «Βαλεριανό τείχος» εξακολουθεί να απαντά στη βιβλιογραφία, όμως η σύγχρονη αρχαιολογική ορολογία προτιμά το «Υστερορρωμαϊκό» ή «Μετα-Ερούλιο τείχος».
Στην κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν μαζικά αρχιτεκτονικά μέλη, βάθρα, γλυπτά και άλλα οικοδομικά στοιχεία από κτίρια της Αγοράς και άλλων χώρων. Πρόκειται για πρακτική που προϋπήρχε της ύστερης χριστιανικής νομοθεσίας.
Ανάλογη επαναχρησιμοποίηση παρατηρείται και στην Ολυμπία.
Η λογική ήταν συχνά πρακτική: ένα ήδη λαξευμένο μάρμαρο ήταν έτοιμο και πολύτιμο οικοδομικό υλικό.
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι κάθε επαναχρησιμοποίηση ήταν απαλλαγμένη από συμβολική σημασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε να έχει πολιτικό ή θρησκευτικό χαρακτήρα. Η παρουσία όμως ενός αρχαίου μαρμάρου σε νεότερο κτίριο δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη θρησκευτικού μίσους.
Η ελληνική θρησκευτική ζωή δεν κατέρρευσε ξαφνικά
Η μετάβαση από την αρχαία θρησκεία στον Χριστιανισμό δεν υπήρξε ούτε ξαφνική ούτε γραμμική.
Ο 2ος αιώνας μ.Χ. δεν ήταν εποχή γενικευμένης εξαφάνισης των παλαιών ελληνικών λατρειών. Αντίθετα, επί Αδριανού και με τη δημιουργία του Πανελληνίου υπήρξε σημαντική ανανέωση της ελληνικής πολιτιστικής και θρησκευτικής ταυτότητας.
Παράλληλα, όμως, το θρησκευτικό τοπίο είχε ήδη γίνει πολύ πιο σύνθετο. Οι αρχαίες ελληνικές λατρείες συνέχιζαν να υπάρχουν, ενώ συνυπήρχαν με ξένες ή ανανεωμένες λατρείες, όπως της Ίσιδας, του Σέραπι και του Μίθρα, αλλά και με ισχυρές ελληνικές λατρείες όπως του Ασκληπιού και του Διονύσου.
Ο Διόνυσος, βέβαια, δεν ήταν «νέα λατρεία» της ελληνιστικής ή ρωμαϊκής εποχής. Ήταν πανάρχαιος θεός της ελληνικής θρησκείας. Το ίδιο ισχύει και για τον Ασκληπιό, ο οποίος είχε ήδη μακρά παρουσία στον ελληνικό κόσμο.
Από τον 3ο αιώνα και μετά, όμως, οι οικονομικές δυσκολίες, οι πολιτικές ανακατατάξεις, οι επιδρομές και η αλλαγή στη χρηματοδότηση των πόλεων και των ιερών επηρέασαν αρκετά αρχαία θρησκευτικά κέντρα.
Η παρακμή των Δελφών και της Ολυμπίας, επομένως, δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας χριστιανικής καταστροφής. Ήταν μια μακρά και πολυπαραγοντική διαδικασία.
Πέρσες, Ρωμαίοι, Έρουλοι και φυσικές καταστροφές
Πολλές μεγάλες απώλειες της αρχαίας κληρονομιάς είχαν συμβεί ήδη πριν από την επικράτηση του Χριστιανισμού.
Κατά τη δεύτερη περσική εισβολή, το 480 π.Χ., οι Πέρσες κατέλαβαν και πυρπόλησαν την Αθήνα και την Ακρόπολη. Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει τα γνωστά στρώματα καταστροφής της περιόδου, ενώ οι Αθηναίοι, επιστρέφοντας, έθαψαν κατεστραμμένα γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη στις επιχώσεις της Ακρόπολης.
Η Κόρινθος καταστράφηκε το 146 π.Χ. από τον Λεύκιο Μόμμιο. Η πόλη λεηλατήθηκε και έργα τέχνης μεταφέρθηκαν στη Ρώμη.
Ο Πειραιάς υπέστη βαριές καταστροφές το 86 π.Χ. κατά τις επιχειρήσεις του Σύλλα, ενώ η Αθήνα υπέστη επίσης το ίδιο πολεμικό πλήγμα.
Για αιώνες, Ρωμαίοι στρατηγοί και αυτοκράτορες μετέφεραν ελληνικά αγάλματα και άλλα έργα τέχνης στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι θαύμαζαν βαθιά την ελληνική τέχνη και παιδεία. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ότι σημαντικός αριθμός έργων απομακρύνθηκε από τον αρχικό του τόπο.
Και οι Έρουλοι, το 267 μ.Χ., λεηλάτησαν την Αθήνα. Μετά την καταστροφή, η πόλη περιορίστηκε σε μικρότερο οχυρωμένο περίβολο και χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα το υλικό των παλαιότερων κτισμάτων.
Αλλά δεν ήταν μόνο οι πόλεμοι.
Σεισμοί, πυρκαγιές και πλημμύρες συνέβαλαν αποφασιστικά στην καταστροφή και κάλυψη αρχαίων χώρων.
Στην Ολυμπία, ο Αλφειός και ο Κλαδέος, μαζί με τα αλλεπάλληλα πλημμυρικά επεισόδια, συνέβαλαν στη σταδιακή κάλυψη του χώρου με παχιά στρώματα ιζημάτων. Σεισμοί επηρέασαν επίσης τις ήδη ευάλωτες κατασκευές.
Η Ελευσίνα και η εποχή του Αλάριχου
Η Ελευσίνα προσφέρει ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυπλοκότητας του ζητήματος.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια είχαν επιβιώσει επί πολλούς αιώνες μέσα στη ρωμαϊκή εποχή. Το ιερό εξακολούθησε να έχει σημασία ακόμη και όταν ο Χριστιανισμός είχε αρχίσει να εξαπλώνεται.
Στα τέλη του 4ου αιώνα, όμως, η κατάσταση άλλαξε δραματικά. Η εισβολή του Αλάριχου στην Ελλάδα το 395-396 μ.Χ. προκάλεσε καταστροφές και στην Ελευσίνα.
Ο παγανιστής συγγραφέας Ευνάπιος συνδέει την καταστροφή με την παρουσία «μελανειμόνων» ανδρών, τους οποίους η παλαιότερη ερμηνευτική παράδοση συνδέει με χριστιανούς μοναχούς. Η ακριβής ταυτότητα αυτών των προσώπων και ο βαθμός συμμετοχής τους στην καταστροφή παραμένουν αντικείμενο συζήτησης.
Επομένως, δεν είναι ιστορικά ασφαλές να παρουσιάζεται η καταστροφή της Ελευσίνας ως αποκλειστικά έργο των χριστιανών. Συνδέεται με την εισβολή γοτθικού στρατού, μέσα σε μια περίοδο μεγάλης πολιτικής και θρησκευτικής αναστάτωσης.
Ο Χριστιανισμός και η κρατική πολιτική
Από τον 4ο αιώνα και μετά το ιστορικό τοπίο αλλάζει ουσιαστικά.
Η αυτοκρατορική πολιτική στρέφεται προοδευτικά εναντίον της δημόσιας άσκησης της παραδοσιακής θρησκείας. Απαγορεύθηκαν θυσίες και τελετουργίες και σε ορισμένες περιπτώσεις δόθηκαν εντολές για την παύση της λειτουργίας ή την καταστροφή συγκεκριμένων ναών.
Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Ευσέβιος περιγράφει συγκεκριμένες καταστροφές ιερών, μεταξύ άλλων της Αφάκας στη Φοινίκη και του Ασκληπιείου στις Αιγές, ενώ αναφέρεται και σε καταστροφή του ναού της Αφροδίτης στην Ηλιούπολη. Πρόκειται για πραγματικά παραδείγματα αυτοκρατορικής αντιπαγανιστικής πολιτικής.
Επί Θεοδοσίου Α΄, οι νόμοι του 391–392 μ.Χ. στράφηκαν εναντίον των θυσιών και της δημόσιας παγανιστικής λατρείας.
Και τον 5ο αιώνα η νομοθετική πίεση έγινε ακόμη αυστηρότερη.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικός είναι ο νόμος CTh. 16.10.25 του 435 μ.Χ., επί Θεοδοσίου Β΄ και Ουαλεντινιανού Γ΄, ο οποίος διατάσσει την καταστροφή των εναπομεινάντων ακέραιων παγανιστικών ναών και τον εξαγνισμό των χώρων με το χριστιανικό σύμβολο.
Επομένως, η νομοθετική διάσταση δεν μπορεί να αποσιωπηθεί.
Υπήρξε πράγματι αυτοκρατορική νομοθεσία που προέβλεπε καταστροφή παγανιστικών ναών.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε διαταγή εφαρμόστηκε παντού με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Η αρχαιολογική εικόνα παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις: αλλού καταστροφή, αλλού εγκατάλειψη, αλλού μετατροπή, αλλού επαναχρησιμοποίηση και αλλού επιβίωση.
Η ύπαρξη νόμων δεν μπορεί επομένως να μετατραπεί αυτομάτως σε απόδειξη ότι κάθε αρχαίο μνημείο καταστράφηκε.
Ο Λιβάνιος και ο πραγματικός χριστιανικός θρησκευτικός ζήλος
Δεν υπάρχει λόγος να αρνηθούμε τις πραγματικές πράξεις χριστιανικού θρησκευτικού ζήλου.
Ο παγανιστής ρήτορας Λιβάνιος, στον λόγο «Υπέρ των ιερών», περιγράφει ομάδες μοναχών που επιτίθεντο σε παγανιστικούς ναούς, ξήλωναν στέγες, κατέστρεφαν τοίχους, ανέτρεπαν βωμούς και γκρέμιζαν αγάλματα.
Η μαρτυρία του είναι σημαντική, διότι αποδεικνύει ότι υπήρξαν πραγματικές περιπτώσεις χριστιανικής βίας εναντίον ιερών.
Ο Λιβάνιος ήταν υπερασπιστής της παραδοσιακής θρησκείας και απευθυνόταν στον αυτοκράτορα ζητώντας την προστασία των ναών. Η μαρτυρία του είναι πολύτιμη, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της στατιστική μέτρηση για ολόκληρη την αυτοκρατορία.
Υπήρξαν περιπτώσεις όπου χριστιανοί έσπασαν είδωλα.
Για τον χριστιανό της εποχής το είδωλο δεν ήταν απλώς ένα διακοσμητικό έργο τέχνης. Ήταν αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας.
Η χριστιανική αντίθεση στην ειδωλολατρία ήταν θεμελιώδες στοιχείο της πίστης ήδη από την Καινή Διαθήκη. Στις Πράξεις των Αποστόλων ο Παύλος παρουσιάζεται στην Αθήνα να ενοχλείται από την πληθώρα των ειδώλων και να κηρύττει εναντίον της ειδωλολατρικής αντίληψης περί θεότητας.
Όταν ένας χριστιανός κατέστρεφε ένα άγαλμα επειδή το θεωρούσε αντικείμενο λατρείας, για τον ίδιο η πράξη δεν ήταν επίθεση στην τέχνη ως τέχνη, αλλά επίθεση στην ειδωλολατρία.
Οι Άγιοι που έσπασαν είδωλα
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται έντονα στην αγιολογική παράδοση.
Ο Άγιος Νικόλαος παρουσιάζεται να καταστρέφει ειδωλολατρικά ιερά στα Μύρα και ακόμη και τον ναό της Αρτέμιδος. Είναι σαφής μαρτυρία της χριστιανικής παράδοσης γύρω από την καταπολέμηση της ειδωλολατρίας.
Ο Άγιος Αιμιλιανός ο εκ Δορυστόλου, σύμφωνα με τον βίο του, παρουσιάζεται να εισέρχεται σε ειδωλολατρικό ναό επί Ιουλιανού και να συντρίβει τα είδωλα.
Παρόμοια μοτίβα απαντούν και στις αγιολογικές παραδόσεις για άλλους αγίους, μεταξύ των οποίων η Αγία Βαρβάρα, ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος.
Πρέπει όμως πάντοτε να διακρίνεται η αγιολογική παράδοση από την αυστηρή ιστορική τεκμηρίωση κάθε συγκεκριμένου περιστατικού.
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι η καταστροφή του ειδώλου μπορούσε να θεωρείται από χριστιανούς πράξη πίστης.
Άλλο όμως είναι η καταστροφή ενός λατρευτικού αντικειμένου και άλλο η ισοπέδωση κάθε αρχαίου οικοδομήματος.
Από τα αρχαία ιερά στις χριστιανικές εκκλησίες
Αν η χριστιανική πολιτική ήταν παντού και πάντοτε η εξαφάνιση κάθε αρχαίου οικοδομήματος, θα περίμενε κανείς να έχουν χαθεί και τα σημαντικότερα μνημεία της Αθήνας.
Αντίθετα, πολλά αρχαία οικοδομήματα απέκτησαν νέα χρήση ως χριστιανικοί ναοί.
Ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία, συνήθως τοποθετούμενη στα μέσα του 6ου αιώνα, και συνδέθηκε με την Παναγία Αθηνιώτισσα. Η μετατροπή επέφερε σημαντικές αρχιτεκτονικές επεμβάσεις, αλλά το ίδιο το μνημείο παρέμεινε όρθιο και σε χρήση για πολλούς αιώνες.
Το Ηφαιστείον, το λεγόμενο Θησείο, μετατράπηκε πιθανότατα κατά τον 7ο αιώνα σε χριστιανική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Η χρήση του ως εκκλησίας συνέβαλε ουσιαστικά στην εξαιρετική διατήρησή του, αν και η μετατροπή συνοδεύτηκε και από καταστροφές τμημάτων του γλυπτικού του διακόσμου.
Το Ερέχθειο απέκτησε επίσης χριστιανική χρήση και υπέστη αντίστοιχες μετασκευές.
Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης είναι διαφορετική περίπτωση: δεν πρόκειται για κλασικό αρχαίο ελληνικό ναό, αλλά για μεγάλο τετραρχικό ρωμαϊκό οικοδόμημα των αρχών του 4ου αιώνα, το οποίο πιθανόν συνδεόταν με αυτοκρατορική ή λατρευτική χρήση. Μετατράπηκε σχετικά νωρίς σε χριστιανικό ναό και διασώθηκε ως ενεργό μνημείο για αιώνες.
Οι μετατροπές αυτές δεν ήταν χωρίς κόστος. Περιλάμβαναν αλλαγές στη μορφή των κτιρίων, αφαίρεση ή καταστροφή ορισμένων στοιχείων και προσαρμογή των χώρων στη νέα λατρεία.
Ωστόσο, ένα αρχαίο οικοδόμημα που παρέμενε σε χρήση είχε σαφώς περισσότερες πιθανότητες να συντηρηθεί από ένα πλήρως εγκαταλελειμμένο κτίριο.
Γι' αυτό η μετατροπή αρχαίων κτιρίων σε εκκλησίες υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις και παράγοντας διατήρησης.
Το Λαύσειο και η διατήρηση της αρχαίας τέχνης
Η αντίληψη μιας κοινωνίας που θεωρούσε κάθε αρχαίο έργο υποχρεωτικά καταστρεπτέο δεν εξηγεί εύκολα ούτε την περίπτωση της Κωνσταντινούπολης.
Το Λαύσειο, η συλλογή του αξιωματούχου Λαύσου τον 5ο αιώνα, συνδέεται με ένα εντυπωσιακό σύνολο αρχαίων έργων τέχνης.
Κατά την παράδοση, ανάμεσά τους βρίσκονταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία της Ολυμπίας και η Αφροδίτη της Κνίδου του Πραξιτέλη. Για την τύχη του Δία ειδικά, η μεταφορά στην Κωνσταντινούπολη και η παρουσία του στο Λαύσειο ανήκουν σε μεταγενέστερη παράδοση και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως βέβαιο σύγχρονο γεγονός.
Δεν ήταν «μουσείο» με τη σύγχρονη έννοια. Ήταν όμως χώρος συγκέντρωσης και παρουσίασης αρχαίων έργων σε χριστιανικό περιβάλλον.
Η συλλογή καταστράφηκε από πυρκαγιά το 475 μ.Χ.
Η ίδια η ύπαρξη αυτής της συλλογής δείχνει ότι η σχέση του βυζαντινού κόσμου με την αρχαία τέχνη ήταν πολυδιάστατη: η ειδωλολατρική λατρεία μπορούσε να απορρίπτεται, ενώ ένα αρχαίο έργο μπορούσε ταυτόχρονα να διατηρείται ως τέχνη, ως ιστορικό κειμήλιο ή να αποκτά νέα συμβολική σημασία.
Η Κωνσταντινούπολη παρέμεινε επί αιώνες γεμάτη αρχαία αγάλματα σε δημόσιους χώρους και συλλογές. Η βυζαντινή σχέση με την αρχαιότητα δεν ήταν επομένως απλή σχέση «καταστροφής».
Οι Λατίνοι Σταυροφόροι του 1204
Η Δ΄ Σταυροφορία και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204 έγιναν από Λατίνους Σταυροφόρους της Δυτικής Εκκλησίας. Ήταν χριστιανοί, αλλά δεν ήταν Ορθόδοξοι.
Η Κωνσταντινούπολη που κατέλαβαν ήταν η πρωτεύουσα του ορθόδοξου βυζαντινού κόσμου.
Κατά την κατάληψη, οι Λατίνοι λεηλάτησαν και κατέστρεψαν μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής κληρονομιάς της πόλης. Πολλά έργα τέχνης μεταφέρθηκαν ως λάφυρα στη Δύση και αρκετά χάλκινα αγάλματα οδηγήθηκαν σε τήξη.
Σύγχρονη έρευνα για τα αγάλματα της Κωνσταντινούπολης επισημαίνει ότι η κατάληψη του 1204 αποτέλεσε αποφασιστικό πλήγμα για ό,τι είχε απομείνει από την αρχαία γλυπτική της πόλης.
Αυτές οι καταστροφές δε μπορούν να χρεωθούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι κατακτητές ήταν Λατίνοι παπικοί και η ίδια η Ορθόδοξη Κωνσταντινούπολη ήταν το θύμα της επίθεσης.
Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη. Δεν είναι ιστορικά σωστό να χρησιμοποιείται το 1204 ως αόριστη «χριστιανική καταστροφή» χωρίς να προσδιορίζεται ποιοι χριστιανοί την προκάλεσαν και εναντίον ποιων.
Ομοίως, ο βενετικός βομβαρδισμός του Παρθενώνα το 1687 δεν αποτελεί έργο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι Βενετοί ήταν δύναμη της καθολικής Δυτικής Ευρώπης και ο Παρθενώνας ανατινάχθηκε όταν οι Οθωμανοί τον χρησιμοποιούσαν ως πυριτιδαποθήκη.
Έτσι, όταν εξετάζουμε την τύχη των αρχαίων μνημείων, πρέπει να αποδίδουμε κάθε καταστροφή στους πραγματικούς ιστορικούς φορείς της και όχι να τη μετατρέπουμε αόριστα σε «χριστιανική» ευθύνη.
Τι μπορούμε πραγματικά να συμπεράνουμε;
Υπήρξαν αυτοκρατορικές διαταγές εναντίον της παλαιάς θρησκείας.
Υπήρξαν συγκεκριμένες καταστροφές ναών.
Υπήρξαν ομάδες μοναχών που, σύμφωνα με τον Λιβάνιο, κατέστρεφαν ιερά.
Υπήρχαν χριστιανοί που συνέτριβαν είδωλα θεωρώντας τα αντικείμενα λατρείας.
Αυτό είναι ιστορικό γεγονός.
Αλλά εξίσου ιστορικό είναι ότι η απώλεια της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο αιτία.
Πριν από τον Χριστιανισμό υπήρχαν ήδη:
οι ενδοελληνικοί πόλεμοι,
η καταστροφή ελληνικών ιερών από άλλους Έλληνες,
οι περσικές επιδρομές,
οι ρωμαϊκές κατακτήσεις και λεηλασίες,
η μεταφορά ελληνικών έργων τέχνης στη Ρώμη,
η επαναχρησιμοποίηση αρχιτεκτονικών μελών,
οι σεισμοί, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες,
και η σταδιακή εγκατάλειψη ορισμένων ιερών.
Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού προστέθηκαν:
η κρατική αντιπαγανιστική νομοθεσία,
οι τοπικές χριστιανικές καταστροφές,
η καταστροφή ορισμένων ειδώλων και ιερών,
οι μετατροπές αρχαίων κτιρίων σε εκκλησίες,
η επαναχρησιμοποίηση αρχαίου οικοδομικού υλικού,
οι βαρβαρικές επιδρομές,
και οι πολιτικές και οικονομικές μεταβολές.
Και πολλούς αιώνες αργότερα ήρθαν νέες καταστροφές από άλλες ιστορικές δυνάμεις: οι Λατίνοι Σταυροφόροι του 1204 και οι Βενετοί παπικοί του 1687.
Δε μπορούν όλες αυτές οι διαφορετικές περιπτώσεις να μπουν κάτω από μία ενιαία ταμπέλα.
Η διατήρηση της αρχαιότητας μέσα στον ορθόδοξο βυζαντινό κόσμο
Ο Παρθενώνας όμως δεν κατεδαφίστηκε. Μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία.
Το Ηφαιστείον δεν κατεδαφίστηκε. Μετατράπηκε σε ναό του Αγίου Γεωργίου και διατηρήθηκε σε εξαιρετική κατάσταση.
Το Ερέχθειο απέκτησε χριστιανική χρήση.
Η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό.
Στην Κωνσταντινούπολη αρχαία έργα τέχνης διατηρήθηκαν και συγκεντρώθηκαν σε συλλογές.
Η αρχαία ελληνική γραμματεία συνέχισε να αντιγράφεται και να μελετάται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ορθόδοξη βυζαντινή κοινωνία ήταν αδιάφορη απέναντι στην ειδωλολατρία. Κάθε άλλο.
Σημαίνει όμως ότι η στάση απέναντι στην αρχαιότητα δεν ήταν μονοδιάστατη.
Η θρησκευτική λατρεία των ειδώλων απορρίφθηκε.
Ορισμένα είδωλα καταστράφηκαν.
Ορισμένα ιερά κατεδαφίστηκαν.
Αλλά άλλα αρχαία κτίρια διασώθηκαν, άλλα επαναχρησιμοποιήθηκαν και άλλα έργα τέχνης συνέχισαν να υπάρχουν.
Συμπέρασμα
Δεν στέκει η θέση:
«Οι χριστιανοί δεν κατέστρεψαν τίποτε.»
Δε στέκει όμως ούτε η θέση:
«Οι χριστιανοί τα κατέστρεψαν όλα.»
Η πρώτη αγνοεί τις πραγματικές χριστιανικές καταστροφές.
Η δεύτερη αγνοεί τον τεράστιο αριθμό άλλων παραγόντων που καθόρισαν την τύχη της αρχαίας κληρονομιάς.
Η αρχαία Ελλάδα είχε ήδη γνωρίσει πολέμους, λεηλασίες και καταστροφές από τους ίδιους τους Έλληνες.
Οι Πέρσες είχαν πυρπολήσει την Αθήνα.
Οι Ρωμαίοι είχαν καταστρέψει ελληνικές πόλεις και μεταφέρει έργα τέχνης.
Οι Έρουλοι είχαν λεηλατήσει την Αθήνα.
Οι φυσικές καταστροφές είχαν γκρεμίσει και καλύψει μνημεία.
Αργότερα υπήρξαν πραγματικές χριστιανικές καταστροφές και αυστηρή αντιπαγανιστική νομοθεσία.
Αλλά υπήρξαν επίσης αρχαία κτίρια που μετατράπηκαν σε εκκλησίες και έτσι διατηρήθηκαν.
Και όταν φτάνουμε στο 1204, πρέπει να μιλάμε με ακρίβεια: οι καταστροφές της Κωνσταντινούπολης προκλήθηκαν από Λατίνους παπικούς Σταυροφόρους, όχι από τον Ορθόδοξο βυζαντινό κόσμο.
Το ίδιο ισχύει για τον βομβαρδισμό του Παρθενώνα το 1687 από τους Βενετούς.
Η αρχαία κληρονομιά δεν εξαφανίστηκε με την επικράτηση του Χριστιανισμού.
Μετασχηματίστηκε.
Σε ορισμένες περιπτώσεις καταστράφηκε.
Σε άλλες εγκαταλείφθηκε.
Σε άλλες λεηλατήθηκε.
Σε άλλες επαναχρησιμοποιήθηκε.
Και σε άλλες διασώθηκε ακριβώς επειδή απέκτησε νέα χρήση.
Ο Παρθενώνας έγινε Παναγία Αθηνιώτισσα.
Το Ηφαιστείον έγινε Άγιος Γεώργιος.
Το Ερέχθειο απέκτησε χριστιανική χρήση.
Η Ροτόντα έγινε χριστιανικός ναός.
Αρχαία έργα συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.
Η αρχαία ελληνική παιδεία συνέχισε να υπάρχει.
Υπήρξαν άνθρωποι που κατέστρεψαν αρχαία ιερά από θρησκευτικό ζήλο. Υπήρξαν αυτοκρατορικές διαταγές καταστροφής ναών. Υπήρξαν πραγματικές επεμβάσεις στην αρχαία καλλιτεχνική κληρονομιά.
Αλλά δεν υπάρχει ιστορική βάση για να μετατραπούν όλα αυτά σε μία ενιαία εικόνα ολοκληρωτικής εξάλειψης της αρχαιότητας.
Η αρχαιότητα δεν παραδόθηκε στον Χριστιανισμό ως ένας απολύτως άθικτος κόσμος και δεν εξαφανίστηκε από ένα μόνο χτύπημα.
Η κληρονομιά της πέρασε μέσα από πολέμους, καταστροφές, αλλαγές θρησκευτικών πεποιθήσεων, σεισμούς, λεηλασίες, επαναχρησιμοποιήσεις και μετατροπές.
Και ακριβώς γι' αυτό η ιστορία απαιτεί κάτι περισσότερο από ένα σύνθημα.
Απαιτεί να εξετάζουμε ποιος κατέστρεψε, τι κατέστρεψε, πότε το κατέστρεψε, γιατί το κατέστρεψε και κυρίως τι τελικά επέζησε.
Χρονολόγιο
2300 π.Χ.
Η Οικία των Κεράμων στη Λέρνα καταστρέφεται από πυρκαγιά και αργότερα καλύπτεται από τύμβο.
480-479 π.Χ.
Κατά τη δεύτερη περσική εισβολή η Αθήνα και η Ακρόπολη υφίστανται καταστροφές από τους Πέρσες. Κατεστραμμένα γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη ενταφιάζονται στις επιχώσεις της Ακρόπολης.
356 π.Χ.
Ο Ηρόστρατος πυρπολεί τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο.
356-346 π.Χ.
Γ΄ Ιερός Πόλεμος. Οι Φωκείς χρησιμοποιούν τους θησαυρούς των Δελφών για τη χρηματοδότηση του πολέμου.
219 π.Χ.
Ο Δωρίμαχος καταστρέφει τη Δωδώνη και ο Σκόπας επιτίθεται στο Δίον.
218 π.Χ.
Ο Φίλιππος Ε΄ ανταποδίδει λεηλατώντας το ιερό του Θέρμου.
146 π.Χ.
Ο Λεύκιος Μόμμιος καταστρέφει την Κόρινθο και έργα τέχνης μεταφέρονται στη Ρώμη.
86 π.Χ.
Ο Σύλλας προκαλεί βαριές καταστροφές στον Πειραιά και την Αθήνα.
2ος αι. μ.Χ.
Επί Αδριανού και Πανελληνίου παρατηρείται ανανέωση της ελληνικής πολιτιστικής και θρησκευτικής ζωής.
3ος αι. μ.Χ.
Εντείνονται οικονομικές και πολιτικές πιέσεις και αρχίζει εντονότερη κρίση σε ορισμένα αρχαία ιερά.
267 μ.Χ.
Οι Έρουλοι λεηλατούν την Αθήνα. Ακολουθεί η κατασκευή του Υστερορρωμαϊκού/Μετα-Ερούλιου τείχους με εκτεταμένη χρήση spolia.
391–392 μ.Χ.
Η νομοθεσία του Θεοδοσίου Α΄ περιορίζει και απαγορεύει τη δημόσια άσκηση βασικών μορφών της παραδοσιακής λατρείας.
395–396 μ.Χ.
Η εισβολή του Αλάριχου στην Ελλάδα προκαλεί καταστροφές στην Ελευσίνα.
5ος αι. μ.Χ.
Το Λαύσειο στην Κωνσταντινούπολη συγκεντρώνει, κατά την παράδοση, σημαντικά αρχαία έργα τέχνης.
435 μ.Χ.
Ο Θεοδοσιανός Κώδικας (CTh. 16.10.25) διατάσσει την καταστροφή εναπομεινάντων ακέραιων παγανιστικών ναών.
475 μ.Χ.
Πυρκαγιά καταστρέφει το Λαύσειο και τη συλλογή του.
Μέσα 6ου αι. μ.Χ.
Ο Παρθενώνας μετατρέπεται, σύμφωνα με τη συνήθη χρονολόγηση, σε χριστιανική εκκλησία και συνδέεται με την Παναγία Αθηνιώτισσα.
7ος αι. μ.Χ.
Το Ηφαιστείον μετατρέπεται σε εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
1204 μ.Χ.
Οι Λατίνοι παπικοί Σταυροφόροι καταλαμβάνουν και λεηλατούν την Κωνσταντινούπολη, προκαλώντας τεράστιες απώλειες στην αρχαία και βυζαντινή καλλιτεχνική κληρονομιά.
1687 μ.Χ.
Ο βενετικός βομβαρδισμός προκαλεί την έκρηξη της πυριτιδαποθήκης που οι Οθωμανοί είχαν εγκαταστήσει στον Παρθενώνα, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος του μνημείου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου